Μαρία Στιούαρτ: Νηφάλιο κλασικό θέατρο


Κριτική του Γιώργου Παπαγιαννάκη για τη θεατρική παράσταση "Μαρία Στιούαρτ" σε σκηνοθεσία Άντζελας Μπρούσκου (θέατρο "Άλμα").

[Σημ.: Οι παραστάσεις του έργου έχουν ολοκληρωθεί].

        Η στροφή σε κλασικά κείμενα, συχνά παροπλισμένα, δεν συνιστά αναχρονισμό, απεναντίας, υποδηλώνει επίγνωση ότι το θέατρο οφείλει να ανατροφοδοτείται απροκατάληπτα από όλες τις δραματουργικές, θεωρητικές και εν γένει αισθητικές περιοχές της ιστορικής του συνέχειας. Η ανάσυρση της «Μαρίας Στιούαρτ» του Friedrich Siller από την Άντζελα Μπρούσκου (θέατρο «Άλμα») σε μια καθόλα ισόρροπη εκδοχή, και χωρίς καμία πρόθεση για «αρχαιολογική ανασύσταση» ή και για μια οριζόντια «ιστορικοποίηση» (με στόχο μια, ενδεχομένως, εκβιασμένη επικαιροποίηση), συμπαρασύρει στην επιφάνεια και την ευκαιρία μιας εκ νέου αναδίφησης σε ένα σημαντικό οπλοστάσιο θέσεων, συχνά αφημένων στη λήθη της Ιστορίας, των θεωρητικών πονημάτων του Γερμανού δραματουργού της εποχής του ρομαντισμού και του Sturm und Drag, που ακόμα και σήμερα (πιθανόν πολύ περισσότερο σήμερα, μέσα στα νεφελώματα του μετά-μεταμοντερνισμού, της λογικής των θραυσιγενών σκηνοθεσιών  [mise en pièces] και του μεταδραματικού θεάτρου), μπορεί να καταστεί μια αιχμή για έναν καθαρτικό επαναπροσδιορισμό και μια εξισορρόπηση κομβικών ζητημάτων του θεάτρου και εν γένει της τέχνης: το Die Schaubühne als eine moralische Anstalt betrachet, το Über dieTragische Kunst, το Über das Erhabene το Über das Pathetische ή ακόμα και τα Über naive und sentimentalische και Über den Gebrauch des Chors in der Tragödie.

    Η, διερχόμενη από την καντιανή φιλοσοφία, θεώρηση της τέχνης από τον Schiller, ως γέφυρας ανάμεσα στην ηθική ελευθερία και την αναγκαιότητα, ανάμεσα στην ατομικότητα και τον κόσμο, ενέχουν, αναμφισβήτητα, ένα διαχρονικό ειδικό βάρος, που καθιστά τα έργα του πρόσφορα σε κάθε εποχή, ωστόσο, η βαθύτερη αυταξία και η πλατιά οικουμενικότητα των εμβληματικών κειμένων υπονομεύει κάθε απόπειρα αυστηρής περιχαράκωσης τους σε οποιαδήποτε εργαλειοποίηση.

    Η Μπρούσκου συλλαμβάνοντας αυτήν ακριβώς τη συνθήκη παρέδωσε ένα πολύπτυχο αλλά στερεοποιημένο πόνημα, αφαιρετικό όσο και πυκνό, αισθητικά εμπνευσμένο, αλλά όχι υπερφίαλο, υπερχρονικό και όχι μουσειακό, μια νηφάλια εκδοχή ενός κλασικού αριστουργήματος που ανασκάπτει τα δαιδαλώδη θεμέλια των σχέσεων ανάμεσα στην πολιτική, την Ιστορία, τα ανθρώπινα πάθη και τα ελατήριά τους. Το έργο, που περιγράφει την καρμική σχέση δύο γυναικών που σημάδεψαν τη βρετανική Ιστορία, της Ελισάβετ και της Μαρίας Στιούαρτ, και το οποίο ο Steiner συνοψίζει στη φράση «η ακριβής ισορροπία της μοίρας», αφομοίωσε αγαστά όλες τις δυνατές αναγνώσεις του: καταβύθιση στην ιστορική γνώση, σκηνική πραγματεία περί πολιτικής και διπλωματίας, αναψηλάφηση των κοινωνικών στερεοτύπων σε σχέση με το ρόλο της γυναίκας ως φορέα εξουσίας, αλλά και ανασύνδεση με τα τραγικά μεγέθη και την, πάντα αναζωογονητική, εσωτερική ορμή και τις λογοπλαστικές αρετές του ρομαντικού θεάτρου.

   Οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστριών, Κατερίνας Μαραγκού (Ελισάβετ) και Παρθενόπης Μπουζούρη (Μαρίας Στιούαρτ), απεκδύθηκαν κάθε απόπειρας να παραβιάσουν τη χρυσή σκηνοθετική τομή, φωτίζοντας με σαφήνεια τα νήματα που συνδέουν τις ηρωΐδες τους, τον αμοιβαίο εγκλεισμό τους (φυσικός για τη Μαρία, μεταφυσικός για την Ελισάβετ) και, εν τέλει, την ίδια την τραγική ουσία τους. Η Κατερίνα Μαραγκού παρέδωσε, με μέτρο και αυτοσυγκράτηση, μια Ελισάβετ-έρμαιο των εσωτερικών συγκρούσεων υπό το μανδύα της εξουσίας, εκπέμποντας την αίσθηση μιας παράλληλης, κατασταλαγμένης μετανάγνωσης του ρόλου, ενώ η Παρθενόπη Μπουζούρη, αφέθηκε στη δαψίλεια των εκφραστικών του λόγου και του σώματος, αναδεικνύοντας με ενάργεια το ρομαντικό υπογάστριο του δράματος. Στους υπόλοιπους ρόλους, ο Νίκος Καρδώνης, (λόρδος Σέσιλ) απέδωσε άψογα τα μακιαβελικά χαρακτηριστικά των εξαπτέρυγων της εξουσίας, ο Γιώργος Τριανταφύλλου (Μόρτιμερ) κινήθηκε με αξιοθαύμαστη κατάθεση σκηνικού πάθους και ακατάβλητης ψυχικής έντασης, ο Γιάννης Σαμψιάρης (Πώλετ και Κόμης Τάλμποτ) άφησε το στίγμα μιας χαρακτηριστικής μεταμορφωτικής δεινότητας, ενώ ο Γιώργος Φριτζήλας (κόμης Λέστερ) έχρηζε περαιτέρω εμβάθυνσης και προσαρμογής στη γενικότερη σκηνική συχνότητα.

     

 Κυριακάτικη δημοκρατία, 17/11/2019

      

Τελευταία τροποποίηση στιςΠαρασκευή, 13 Δεκέμβριος 2019 13:14
(0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.